Σελίδες

Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2014

Η υπόθεση των ΜΑΕΚ στον Αγγελιοφόρο της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας

 
Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

 «Χάθηκαν» 900 εκατ. ευρώ σαν… καπνός

Εκατοντάδες Θεσσαλονικείς «ψάχνουν» χρήματα που τοποθέτησαν σε «ασφαλές» προϊόν της Τράπεζας Κύπρου
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΡΑΚΗ
 

Μία από τις αθέατες πλευρές της ελληνικής οικονομικής κρίσης είναι η αγωνιώδης προσπάθεια των Ελλήνων να περισώσουν τις οικονομίες τους. Μία από αυτές τις περιπτώσεις, στην οποία είναι μπλεγμένοι χιλιάδες Ελληνες -ανάμεσά τους εκατοντάδες Θεσσαλονικείς και Βορειοελλαδίτες- είναι η «υπόθεση ΜΑΕΚ». Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) της Τράπεζας Κύπρου, που μετατράπηκαν εν μία νυκτί σε μετοχές και η αξία τους μηδενίστηκε.

 Ήδη οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ έχουν συστήσει σύλλογο και στρέφονται μαζικά κατά της Τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία, ζητώντας να αποκατασταθούν, αφού, όπως υποστηρίζουν, το προϊόν που αγόρασαν δεν έχει καμία σχέση με εκείνο που τους υποσχέθηκαν, με αποτέλεσμα να υποστούν ολική απώλεια του κεφαλαίου που τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση. Σύμφωνα με τους νομικούς συμβούλους που έχουν αναλάβει την υπόθεση και ζητούν από τα ελληνικά δικαστήρια δικαίωση και αποζημίωση, το συνολικό διακύβευμα, δηλαδή τα χρήματα που επενδύθηκαν στην Ελλάδα και« χάθηκαν σαν… καπνός» σε ΜΑΕΚ, είναι 820εκατ. ευρώ και 95 εκατ. δολάρια. Περίπου 900 εκατ. ευρώ που κατέληξαν στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου σε μια περίοδο κατά την οποία -όπως φαίνεται- τα ταμεία της είχαν μεγάλη… ανάγκη.
 Στην ουσία της η υπόθεση συνιστά ευθεία παρενέργεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Η ανασφάλεια για την τύχη της χώρας και η κινδυνολογία περί επιστροφής στη δραχμή οδήγησε πολλούς συμπατριώτες μας να αναζητούν διεξόδους στο εξωτερικό για να σώσουν τα χρήματά τους. Σε εκείνη τη φάση για πολλούς Έλληνες η Κύπρος υπήρξε επιλογή αποταμιευτικού καταφυγίου για πολλούς λόγους. Η χώρα «μιλάει» ελληνικά, απέχει μόλις μία ώρα με το αεροπλάνο από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, είχε φήμη σταθερής οικονομίας με ανεπτυγμένο τραπεζικό σύστημα, ενώ τότε λειτουργούσαν ακόμη στην Ελλάδα τρεις κυπριακές τράπεζες.

 

Από το Μάιο του 2011 

Όπως αναφέρουν στις αγωγές τους οι θιγόμενοι, η έκδοση και διάθεση των ΜΑΕΚ ξεκίνησε το Μάιο του 2011. Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο της Τράπεζας Κύπρου, τα ΜΑΕΚ είναι σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα με περίπλοκους και ριψοκίνδυνους όρους. Δεν είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, ενώ επιπλέον εάν η οικονομική κατάσταση της τράπεζας επιβαρυνόταν, τότε θα μπορούσε να ακυρώσει την πληρωμή των ετήσιων τόκων και να μετατρέψει τα αξιόγραφα σε μετοχές. Στις καταγγελίες τους οι θιγόμενοι υποστηρίζουν ότι ουδέποτε αυτές οι λεπτομέρειες γνωστοποιήθηκαν στους υποψήφιους αγοραστές των ΜΑΕΚ. Μόνον όσοι ήταν μπροστά σε αυτές τις συζητήσεις μπορούν να ξέρουν την αλήθεια, αλλά και αν και πόσοι από αυτούς διάβασαν τα ψιλά γράμματα των συμβάσεων που υπέγραψαν. Οι ίδιοι, πάντως, επιμένουν ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας που τους προώθησαν τα αξιόγραφα υπερτόνιζαν την ασφάλεια των χρημάτων που προσφέρει το κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Εκμεταλλεύονταν, δηλαδή, το γεγονός ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο η ανασφάλεια για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν έκδηλη και οι καταθέτες αναζητούσαν εναγωνίως εναλλακτικούς τρόπους ασφαλούς προστασίας των κεφαλαίων τους στο εξωτερικό. Τώρα αν υπήρχε και υψηλό επιτόκιο, ακόμη καλύτερα! Στην Κύπρου -όπως καταγγέλλουν- τους διαβεβαίωναν ότι τα ΜΑΕΚ ήταν μια «εναλλακτική κατάθεση» στην Κύπρο, απόλυτα ασφαλής, πενταετούς διάρκειας, με εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου και αξιόλογο ετήσιο επιτόκιο της τάξεως του 6,5,%.Πολύ καλή εκδοχή, είναι η αλήθεια. Πολύ καλή και πολύ βολική για να είναι αληθινή. Όπως φαίνεται, πάντως, τα συγκεκριμένα αξιόγραφα δεν είχαν λήξη και από το νόμο προσδιορίζονται ως ομόλογα μειωμένης διασφάλισης. Δηλαδή δεν έχουν κανένα προνόμιο σε περίπτωση εκκαθάρισης και κατά συνέπεια δεν είχαν την οποιαδήποτε εγγύηση.
 

Οι συστάσεις του Συνηγόρου 

Οι θιγόμενοι -σύμφωνα πάντα με τις αγωγές- συνειδητοποίησαν τι πραγματικά συνέβαινε όταν στο τέλος του 2011 έγινε γνωστό ότι η κεφαλαιακή επάρκεια βρισκόταν κάτω από τα αποδεκτά όρια του Tier 1, κάτι που συνιστούσε λόγο για να μη δίνει ούτε τα τοκομερίδια στους κατόχους των προϊόντων. Επομένως οι κάτοχοι των προϊόντων αυτών, οι οποίοι είτε νόμιζαν ότι είχαν κάποιο κανονικό ομόλογο με εγγυημένη λήξη, είτε κάτι που εξομοιωνόταν με προθεσμιακή κατάθεση, συνειδητοποίησαν πλέον ότι κατέχουν ένα προϊόν, δίχως λήξη, δίχως να δίδει τοκομερίδια, και του οποίου η αξία μετριέται μόνο χρηματιστηριακά.
Το Φεβρουάριο του 2013, μετά από καταγγελίες που δέχτηκε ο Συνήγορος του Καταναλωτή από δεκάδες άτομα που αγόρασαν το συγκεκριμένο προϊόν χωρίς να γνωρίζουν τους κινδύνους, εξέδωσε σχετικό πόρισμα απευθύνοντας σύσταση προς την Τράπεζα Κύπρου να προβεί σε αποκατάσταση των ζημιωθέντων πελατών της, καταβάλλοντας σε αυτούς τα ποσά κεφαλαίου που επένδυσαν στα επίμαχα αξιόγραφα.
Όπως επισημαίνουν οι καταγγέλλοντες, η παραπλανητική πρακτική εκ μέρους της τράπεζας δεν εξαντλείται στην πλημμελή προσυμβατική πληροφόρηση από τους υπαλλήλους της κατά την προώθηση των προϊόντων στους υποψήφιους αγοραστές. Η πιο προκλητική ενέργεια εκ μέρους της τράπεζας -λένε-έγκειται στο γεγονός πως τους απέκρυψε πως κατά τη στιγμή της πώλησηςτων ΜΑΕΚ ο όρος περί ακύρωσης της πληρωμής των ετήσιων τόκων είχε ήδη ενεργοποιηθεί. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους των ΜΑΕΚ, η τράπεζα θα μπορούσε να ακυρώσει την πληρωμή των ετήσιων τόκων σε περίπτωση που έκρινε πως η οικονομική της κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως βεβαρημένη. Όταν εκδόθηκαν τα ΜΑΕΚ, όμως, αυτή η προϋπόθεση αποτελούσε ήδη πραγματικότητα. Η Τράπεζα Κύπρου είχε υποστεί τεράστια οικονομική ζημία λόγω της μείωσης της αξίας των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου που είχε στο χαρτοφυλάκιό της, ύψους σχεδόν 2 δισ. ευρώ. Η ζημία αυτή επηρέαζε δραστικά τα βασικά ίδια κεφάλαιά της και καθιστούσε δεδομένη την ακύρωση της πληρωμής των ετήσιων τόκων των ΜΑΕΚ. Πράγματι, λίγους μήνες μετά την «αγορά» των αξιογράφων οι κάτοχοί τους ενημερώθηκαν ότι δεν πρόκειται να λάβουν τους τόκους!
Αξίζει να σημειωθεί ότι -σύμφωνα με πληροφορίες του «ΑτΚ»- ανάμεσα σε αυτούς που έχασαν χρήματα από τα ΜΑΕΚ συμπεριλαμβάνονται και υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα, οι οποίοι εμπιστεύθηκαν την τράπεζα στην οποία εργάζονταν και θέλησαν να αυξήσουν την απόδοση των χρημάτων τους.