Σελίδες

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Εξαπατημένοι καταθέτες – «επενδυτές» σε ΜΑΕΚ από την Καλαμάτα

του Χάρη Χαραλαμπόπουλου 


Παιχνίδι στις πλάτες καταθετών φαίνεται πως έπαιξε και το κατάστημα Καλαμάτας της Τράπεζας Κύπρου με τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ), όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες τεσσάρων ατόμων στο «Θ». Κοινά τους στοιχεία η μη γνώση σε θέματα επενδυτικού περιεχομένου, αλλά και η τυφλή εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους της τράπεζας. 

Οι μέχρι στιγμής υπολογισμοί μιλούν για ένα ποσό ύψους 370.000 ευρώ, το οποίο αντλήθηκε από καταθέτες διαφόρων επαγγελμάτων και ηλικιών. Πλέον, οι εξελίξεις, που «τρέχουν» με ιλιγγιώδεις ρυθμούς στην Κύπρο, όπου και τα κεντρικά της συγκεκριμένης τράπεζας, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα, με άγνωστες τις επιπτώσεις από την έκρηξή του.      
 

«Ήθελα να διασφαλίσω το μέλλον των παιδιών μου»

Ο Ι. Σιωράς είναι υπάλληλος της ΔΕΗ και πατέρας τεσσάρων παιδιών, ο οποίος μας σημείωσε πως μόνος του στόχος ήταν η εξασφάλιση του κεφαλαίου για τα παιδιά του. 

Όπως μας είπε, είχε προθεσμιακή κατάθεση 60.000 ευρώ, από οικονομίες του, ενώ διατηρούσε και λογαριασμό μισθοδοσίας στην τράπεζα. Κάποιες ημέρες πριν λήξει η προθεσμία, το Μάιο του 2011, συγκεκριμένη υπάλληλος τον πληροφόρησε πως υπάρχει ένα ομόλογο, με διάρκεια πενταετίας και επιτόκιο 6,5%, που θα του επιστρέψει το κεφάλαιό του σε ευρώ (ήταν η περίοδος που υπήρχε έντονη φημολογία περί εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη). «Ήταν πολύ δελεαστική η προσφορά κι εγώ είχα εμπιστοσύνη στη συγκεκριμένη υπάλληλο, την οποία είχα γνωρίσει από άλλες συναλλαγές με την τράπεζα. Μου πρότεινε να “σπάσω” την προθεσμιακή κατάθεση, χωρίς να χάσω τους τόκους, και μου είπε να ξαναπεράσω από την τράπεζα κάνα δυο μέρες αργότερα, προκειμένου να με ενημερώσει άλλος υπάλληλος από τα κεντρικά.

Πήγα, μου επιβεβαίωσαν όσα αρχικά με είχαν πληροφορήσει κι επειδή είχα εμπιστοσύνη και δεν είχα ιδέα τι γινόταν, αποφάσισα να προχωρήσω, προσπαθώντας να διασφαλίσω το μέλλον των παιδιών μου.

Διέθεσα στα ΜΑΕΚ 35.000 από τα 60.000 ευρώ που είχα διαθέσιμα, με σκοπό να παίρνω τους τόκους ανά εξάμηνο, αλλά δεν ενημερώθηκα ότι υπάρχει περίπτωση να μην παίρνω τους τόκους, όπως και τελικά έγινε, ούτε ότι το κεφάλαιο θα μετατρεπόταν αναγκαστικά σε μετοχές. Δύο μήνες αργότερα ήρθε ενημερωτικό σημείωμα, από το οποίο προέκυπτε ότι το κεφάλαιό μου είχε μειωθεί κατά 5.000 ευρώ. Άρχισα να ψυλλιάζομαι διάφορα και πέρασα ένα μαρτυρικό Σαββατοκύριακο, προσπαθώντας να εξηγήσω τι συμβαίνει. Τη Δευτέρα, η ίδια υπάλληλος με καθησύχασε πως στο τέλος θα πάρω το κεφάλαιό μου ακέραιο. Επίσης, δε με πληροφόρησε ότι θα μπορούσα να το μετατρέψω σε μετοχές όποτε θέλω, αλλά ούτε και γνώριζα πως είναι χρηματιστηριακό προϊόν και θα μπορούσα να το πουλήσω. Η συγκεκριμένη υπάλληλος θα μπορούσε να με καθοδηγήσει αλλιώς. 

Το Δεκέμβριο του 2011 πήγα να εισπράξω τους τόκους και η αρμόδια υπάλληλος έλειπε. Απευθύνθηκα σε άλλη, η οποία, όπως αποδείχθηκε, ήταν η μοναδική που μου είπε την αλήθεια, ότι τελικά το κεφάλαιό μου δεν ήταν εγγυημένο, όπως με είχε διαβεβαιώσει η πρώτη».

Ο ίδιος προσέφυγε στο Συνήγορο του Καταναλωτή ως ο δεύτερος σε όλη την Ελλάδα, με τη βοήθεια των συνηγόρων του, Ευαγγελίας Καούρη και Μιχ. Κοσμόπουλου, ενώ έχει καταφέρει να πουλήσει κάποιο μέρος των ομολόγων του, με χασούρα, προκειμένου να χάσει όσο το δυνατόν λιγότερα. «Ζητώ να μου επιστρέψουν το αρχικό κεφάλαιο κι ας χάσω τους τόκους. Υπάρχουν πολλές οικογενειακές υποχρεώσεις στις οποίες δεν μπορώ να ανταπεξέλθω», κατέληξε, δηλώνοντας έτοιμος να κινηθεί δικαστικά αν δεν αποζημιωθεί από την τράπεζα. 

«Μας εξαπάτησαν» 

Ανάλογη περίπτωση είναι και αυτή του κ. Παν. Σταματόπουλου, συνταξιούχου πυροσβέστη από τη Θουρία. Το Σεπτέμβριο του 2009 κι ενώ είχε μεταβεί στην Τράπεζα Κύπρου με σκοπό να μεταφέρει όλα του τα χρήματα σε άλλη τράπεζα, ο ταμίας ενημέρωσε μια συγκεκριμένη υπάλληλο (την ίδια με παραπάνω), η οποία «με πληροφόρησε για το συγκεκριμένο προϊόν (ΜΑΕΚ), που θα μου έδινε επιτόκιο 1% περισσότερο από τις “κλειστές” καταθέσεις. Μου είπε ότι κλείνω τα λεφτά μου για μία πενταετία και ότι στο τέλος η τράπεζα θα τα επιστρέψει στο ακέραιο και σε ευρώ και ότι θα παίρνω τόκους ανά εξάμηνο.    
 
Προχώρησα κι όταν ήρθε το εκκαθαριστικό, είδα ότι από 28.900 ευρώ που είχα ως κεφάλαιο, είχαν απομείνει 25.000 ευρώ. Απευθύνθηκα στην υπάλληλο, μου είπε να μην ανησυχώ και πως στο τέλος θα πάρω πίσω όλο το κεφάλαιο που είχα βάλει. 

Αισθάνθηκα πως με εξαπάτησαν. Ήμουν τόσο οργισμένος όταν πήγα στη συγκεκριμένη υπάλληλο, η οποία φοβήθηκε και μου είπε να απευθυνθώ σε δικηγόρο.

Μας εξαπάτησαν. Νιώθω σαν να ήρθαν στο σπίτι μου και με έκλεψαν. Μου έχει δημιουργήσει τεράστια πικρία το θέμα και, κυρίως, ο τρόπος που χρησιμοποίησαν. 

Φοβάμαι ότι χάσαμε τα λεφτά μας. Πλέον έχω φθάσει στο σημείο να μετράω ακόμη και τα χρήματα που μου δίνει το ΑΤΜ όταν κάνω ανάληψη, αφού υπάρχει ακόμη στην τράπεζα ο λογαριασμός της μισθοδοσίας μου.

Κάποια στιγμή δε, δέχθηκα στο κινητό μου τηλεφώνημα με απόκρυψη. Με πληροφόρησαν πως με καλούν από την τράπεζα και πως αναζητούν λύσεις, προκειμένου να ξεπεραστεί το πρόβλημα.
Τελικά, διαπίστωσα πως τίποτε από τα όσα μου είπε η συγκεκριμένη υπάλληλος της τράπεζας δεν ήταν αλήθεια…». 

«Θα προσφύγω και στα ευρωπαϊκά δικαστήρια»

Στο χώρο του τουρισμού δραστηριοποιείται ο κ. Χ.Γ. (τα πλήρη στοιχεία του βρίσκονται στη διάθεση της εφημερίδας), ο οποίος είναι πατέρας δύο παιδιών. 

Είχε διαθέσει 100.000 ευρώ και πήρε το πρώτο ΜΑΕΚ το 2009. «Τότε μου είπαν για ένα νέο επενδυτικό πρόγραμμα με ορίζοντα πενταετίας, με 5,5% επιτόκιο και με το κεφάλαιο εγγυημένο, ως ένα προνομιακό καταθετικό πρόγραμμα για τους πελάτες της τράπεζας. 

Το 2011 βγήκε ένα ακόμη “καλύτερο” προϊόν, που θα ήταν, όπως μου είπαν, τρεις φορές καλύτερο από το προηγούμενο, για να αποδειχθεί πως ήταν τρισχειρότερο. Μου προσέφεραν και μεγαλύτερο επιτόκιο, οπότε συναίνεσα στη μετατροπή». 

Μεταξύ άλλων, μας ανέφερε ότι τελευταία προσπάθησαν εκβιαστικά από την τράπεζα να μετατρέψει το ΜΑΕΚ σε μετοχές, αλλά αρνήθηκε.

Η σχέση του με την Τράπεζα Κύπρου μετρά μια δεκαετία: «Ήξερα όλους τους υπαλλήλους με τα μικρά τους ονόματα και με την υπάλληλο που ήταν υπεύθυνη για τα ΜΑΕΚ (η ίδια όπως παραπάνω), τα παιδιά μας πήγαιναν μαζί στον Παιδικό Σταθμό. 

Δεν ήξερα ότι το πρόγραμμα παίζει στο Χρηματιστήριο και όταν έλαβα στα χέρια μου το ενημερωτικό σημείωμα, ανησύχησα. Με καθησύχασε, όμως, η αρμόδια υπάλληλος, πως με τη λήξη της πενταετίας θα επιστραφεί ολόκληρο το κεφάλαιό μου. 

Δεν έλεγαν τίποτε αρνητικό, πιθανόν επειδή έπαιρναν μπόνους από την τράπεζα και, τελικά, όπως προέκυψε, δεν ξέραμε πού είχαμε βάλει τα λεφτά μας».

«Πώς νοιώσατε», ήταν η επόμενη ερώτηση και η αρχική απάντηση που έδωσε μας σόκαρε, αλλά δεν μπορεί να δημοσιοποιηθεί. «Ένιωσα πολύ, πολύ άβολα, όταν έμαθα την αλήθεια. Αν με προϊδέαζαν, δε θα έβαζα όλο το ποσό. Δεν ήξερα ότι είναι επενδυτικό προϊόν, αλλά καταθετικό», είπε χαρακτηριστικά. 

Πάντως, είναι αποφασισμένος να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια απονομής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, ενώ θα προσφύγει ακόμη και στα ευρωπαϊκά δικαστήρια για να δικαιωθεί. «Θέλω το κεφάλαιό μου πίσω», ήταν η τελευταία φράση του.   
                      
«Θα συνεχίσω τον ψυχοφθόρο αγώνα»

Φιλόλογος και χωρίς σχέση με τα οικονομικά δήλωσε ο κ. Σπ. Κλαμπατσέας. Διεκδικεί, δε, μια «πρωτιά»: ήταν πανελλαδικά ο πρώτος που κατήγγειλε όσα συμβαίνουν στην Τράπεζα Κύπρου στο Συνήγορο του Καταναλωτή, ενώ μετά από 6 μήνες και συνεχείς αναβολές, με υπαιτιότητα της τράπεζας, συναντήθηκε με νόμιμο εκπρόσωπό της, ο οποίος τον αντιμετώπισε, όπως μας είπε, εντελώς απαξιωτικά. 

«Πλέον είμαστε εκατοντάδες στην Ελλάδα και χιλιάδες στην Κύπρο. Θα συνεχίσω τον ψυχοφθόρο αυτό αγώνα για την υλική και ηθική μας δικαίωση», υπογράμμισε κι άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της περιπέτειάς του. 

Όπως είπε, «υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου (είναι η ίδια υπάλληλος όπως έχουν περιγράψει και οι τρεις προηγούμενοι), γνωστή μου πολλά χρόνια, με κάλεσε τηλεφωνικά το 2009 και μου πρότεινε να ενταχθώ σε ένα συμφέρον πρόγραμμα μηδαμινού κινδύνου, όπως μετ’ επιτάσεως με διαβεβαίωνε. Την ίδια ενημέρωση έλαβα σε ραντεβού στην Τράπεζα Κύπρου με εξειδικευμένο, όπως μου συστήθηκε, στέλεχος που ήρθε στην Καλαμάτα για να ενημερώσει πολλούς πελάτες-καταθέτες. Πείστηκα από τις διαβεβαιώσεις τους περί εγγυημένου κεφαλαίου και υπέγραψα ένα μονόφυλλο έγγραφο. Η όλη διαδικασία δεν παρουσιάστηκε ως επένδυση. Για δυόμισι χρόνια κυλούσαν όλα ομαλά και κάθε εξάμηνο ελάμβανα έγγραφο, όπου αναγραφόταν το κεφάλαιό μου και οι επ’ αυτού τόκοι. 

Θορυβημένος το Δεκέμβριο του 2011 από επιστολή της τράπεζας για εθελούσια μετατροπή του κεφαλαίου μου σε μετοχές, ξεκίνησα με τη βοήθεια της συζύγου μου προσωπική έρευνα και έντρομοι βρεθήκαμε μπροστά σε ένα ενημερωτικό φυλλάδιο διακοσίων σελίδων, που ανέφερε τους αληθείς όρους και το οποίο ουδέποτε έλαβα. Κανένας νουνεχής άνθρωπος, αν γνώριζε τους επαχθείς όρους, δε θα επένδυε ούτε ευρώ. Απευθυνόμενος στην τράπεζα, έγινα θεατής σε ένα θέατρο παραλόγου. Ο ένας κατηγορούσε τον άλλον, η υπάλληλος τα κεντρικά, η διευθύντρια δήλωνε έκπληκτη και όλοι με αντιμετώπιζαν ως τη μοναδική περίπτωση στην Ελλάδα. Κανείς γενικότερα δεν είχε την ευθιξία να ενδιαφερθεί ουσιαστικά για έναν άνθρωπο που ήταν καταθέτης της τράπεζας για χρόνια». 


Πηγή: http://www.tharrosnews.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=38714&Itemid=32